• Search

Το «Ανώτατο Δικαστήριο» του Facebook και η κρυφή γοητεία του ιδιωτικού ψηφιακού συνταγματισμού

« Καθώς η κοινότητά της αυξήθηκε σε περισσότερα από δύο δισεκατομμύρια άτομα, έγινε όλο και πιο ξεκάθαρο για την εταιρία Facebook ότι δεν θα έπρεπε να λαμβάνει από μόνη της τόσες πολλές αποφάσεις σχετικά με την έκφραση και την ασφάλεια στο διαδίκτυο. Το Oversight Board δημιουργήθηκε για να βοηθήσει το Facebook να απαντήσει σε μερικές από τις πιο δύσκολες ερωτήσεις σχετικά με την ελευθερία της έκφρασης στο διαδίκτυο: τι πρέπει να καταργήσει, τι να αφήσει και γιατί. Το συμβούλιο χρησιμοποιεί την ανεξάρτητη κρίση του για να υποστηρίξει το δικαίωμα των ανθρώπων στην ελεύθερη έκφραση και να διασφαλίσει ότι τα δικαιώματα αυτά γίνονται σεβαστά επαρκώς. Οι αποφάσεις του συμβουλίου για τη διατήρηση ή την ανατροπή των αποφάσεων περιεχομένου του Facebook θα είναι δεσμευτικές, πράγμα που σημαίνει ότι το Facebook θα πρέπει να τις εφαρμόσει, εκτός αν κάτι τέτοιο θα μπορούσε να παραβιάσει το νόμο ». Mε το κείμενο αυτό υποδέχεται τους αναγνώστες της η ιστοσελίδα του Oversight Board (ΟΒ)[1], του εποπτικού συμβουλίου που ήδη αποκαλείται «Ανώτατο Δικαστήριο» του Facebook.

Το ΟΒ συγκροτήθηκε στο πλαίσιο μιας πολιτικής αυτορρύθμισης του Facebook, το οποίο έχει επανειλημμένα δεχτεί επικρίσεις πάνω σε θέματα διαχείρισης περιεχομένου και βλέπει τα εθνικά κράτη και τους διακρατικούς οργανισμούς να εξοπλίζονται με νέα θεσμικά μέσα ελέγχου του, όπως είναι η Digital Services Act και η Digital Market Act που δρομολογεί η Ευρωπαϊκή Ένωση[2]. Μετά από μια μακρά διαδικασία[3], το ΟΒ απέκτησε τα πρώτα 20 μέλη του, στα οποία περιλαμβάνονται μία πρώην Πρωθυπουργός, μία κάτοχος Νόμπελ Ειρήνης, συνταγματολόγοι και ειδικοί σε θέματα δικαιωμάτων που έχουν ζήσει σε 27 χώρες και μιλούν τουλάχιστον 29 γλώσσες, καίτοι το ένα τέταρτο αυτών των μελών προέρχεται από τις ΗΠΑ[4].

Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το ΟΒ αποτελεί μια αξιοσημείωτη θεσμική αντίδραση ενός κρίσιμου διαχειριστή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (social media), τα οποία, εν μέσω πανδημίας, άλλοτε εκθειάζονται ως η « Γη της Επαγγελίας » για την ανθρωπότητα, άλλοτε δαιμονοποιούνται ως επικίνδυνη πηγή ψεύτικων ειδήσεων (fake news) και, πάντως, έχουν αποκτήσει ανησυχητικά μεγάλη δύναμη. Σε κάθε περίπτωση, στα μάτια των θεωρητικών του δικαίου, το OB εμφανίζεται ως το πιο εντυπωσιακό ιδιωτικό εποικοδόμημα της παγκοσμιοποίησης, η κοσμοπολίτικη σύλληψη του οποίου προβάλλει ως ανταγωνιστική της αίγλης των εθνικών συνταγματικών δικαστηρίων και των υπερεθνικών δικαιοδοτικών οργάνων που εγγυώνται παραδοσιακά τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Οι πρώτες αποφάσεις του ΟΒ, που δημοσιεύθηκαν στις 28 Ιανουαρίου 2021, προκάλεσαν, μάλιστα, ένα είδος κρυφού ενθουσιασμού σε όσους, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, αναζητούν νέες πηγές συνταγματικού δικαίου, πέρα από τα Κράτη, σε ιδιωτικές οντότητες. Στις εν λόγω αποφάσεις, που φαίνεται να απηχούν στον υπερθετικό βαθμό το φαντασιακό αυτού του κοινωνιακού συνταγματισμού (societal constitutionalism)[5], εντοπίστηκε ένα φαινόμενο ανάλογο με εκείνο της θέσμισης του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από το Supreme Court των ΗΠΑ. Ενώ η περιορισμένη, καταρχήν, αρμοδιότητα που χορηγήθηκε στο ΟΒ, αναφορικά με αμφισβητούμενες διαγραφές μεμονωμένων δημοσιεύσεων ή σχολίων[6], ήταν να εφαρμόζει αλλά να μην αμφισβητεί τους κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης του Facebook (lex Facebook), κατά την άσκηση αυτής της αρμοδιότητάς του το ΟΒ φαίνεται να επικαλείται τα ανθρώπινα δικαιώματα όχι μόνο ως συμπλήρωμα της lex Facebook, αλλά ως θεμελιώδεις αξίες ελέγχου της. Από λειτουργική άποψη, λοιπόν, το ΟΒ δίνει εξαρχής την εντύπωση ότι θέλει να εξελιχθεί πράγματι σε ένα είδος ανώτατου δικαστηρίου που προάγει τον έλεγχο « συνταγματικότητας » και, συνακόλουθα, τη « συνταγματοποίηση » της lex Facebook[7].

Ωστόσο, ο ενθουσιασμός συνδυάστηκε με έναν εξίσου έντονο σκεπτικισμό. Επισημάνθηκε ήδη ότι το ΟΒ, καίτοι μπορεί να αυξήσει τη διαφάνεια, κάνοντας το Facebook πιο υπεύθυνο για τις επιλογές του, αποτελεί έναν ιδιωτικό θεσμό, του οποίου η νομιμοποίηση και οι πόροι εξαρτώνται από τον ιδιώτη ιδρυτή του. Ο θεσμός αυτός προωθεί μια μορφή ιδιωτικής απονομής δικαιοσύνης επί ζητημάτων διαδικτυακού περιεχομένου, η οποία περιθωριοποιεί και υβριδοποιεί τις συνταγματικές αξίες και τις δημοκρατικές εγγυήσεις. Η λογική του OB, ενώ φαίνεται να βασίζεται στο διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, δεν παύει να επηρεάζεται αναπόφευκτα από τα ιδιωτικά πρότυπα που ορίζονται στις οδηγίες του Facebook. Συναφώς, το ΟΒ, από την αρμοδιότητα του οποίου εκφεύγουν ακόμη τα περισσότερα από τα σημαντικά ζητήματα της διακυβέρνησης της οικείας διαδικτυακής πλατφόρμας, θα μπορούσε να γοητεύσει και να καθησυχάσει τους δημόσιους φορείς για τις αρετές της αυτορρύθμισης, ενώ συγχρόνως θα διαβρώνει τις δικαιοδοτικές αξίες και θα εδραιώνει τομείς εξουσίας που διαφεύγουν της δημοκρατικής εποπτείας[8]. Ο παραπάνω σκεπτικισμός είναι σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένος, καθώς ο ιδιωτικός ψηφιακός συνταγματισμός που προωθεί το ΟΒ, ως αποθέωση του κοινωνιακού συνταγματισμού, ενέχει μια σειρά από κινδύνους, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει πράγματι ο κίνδυνος της ιδιαίτερης γοητείας που, όπως ανέδειξε ο Luis Buñuel, ασκεί στους ανθρώπους η διακριτική και ευπρεπής καταστρατήγηση των θεμελιωδών κανόνων και αξιών.

Γενικά, ο κοινωνιακός συνταγματισμός, ο οποίος θεμελιώνεται στην αποδόμηση του εθνικού Κράτους και στη μειωμένη αποτελεσματικότητα των υπερεθνικών οργανισμών, προάγει μια απλουστευτική σύλληψη του συνταγματισμού και μια ιδιωτικοποίηση των συνταγματικών προτύπων. Προσδίδει στην έννοια του « συντάγματος » μια σημασία κυρίως λειτουργική, στερούμενη των θεσμικών και ιστορικών συμφραζομένων της, έτσι ώστε κάθε συλλογικότητα του κοινωνικού χώρου να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο « συνταγματοποίησης » (ubi societas, ibi constitutio). Ταυτίζει δε τον συνταγματισμό όχι με το σύνολο της κοινωνίας, αλλά με διακριτούς επιμέρους κοινωνικούς τομείς που γίνονται αντικείμενο ενός αυτόνομου τομεακού συντάγματος (π.χ. lex mercatoria, lex sportiva, πολυεθνικές επιχειρήσεις, διεθνή ιδιωτικά πανεπιστήμια κ.λπ.), γεγονός που ανατρέπει το παραδοσιακό πρότυπο του Συντάγματος που διέπει το σύνολο μιας πολιτικής κοινότητας και δεν υπόκειται στην αρχή της ειδικότητας. Με τον τρόπο αυτόν, ο κοινωνιακός συνταγματισμός νομιμοποιεί την απολιτικοποίηση της τμηματικής απαλλοτρίωσης της κυριαρχίας από ιδιωτικούς, μη κρατικούς και μη διακρατικούς φορείς. Τούτο κατακερματίζει τον συνταγματισμό σε ανταγωνιστικά υποσυστήματα οργάνωσης δημόσιας ή ιδιωτικής εξουσίας. Ωθεί δε τους πολίτες να αναζητούν, ως άτομα πλέον, βοήθεια από κάθε λογής ιδιωτικά υποκατάστατα των κρατικών θεσμών, τα οποία έτσι ενισχύονται και αμφισβητούν περαιτέρω τόσο τα εθνικά κράτη όσο και τους διακρατικούς οργανισμούς[9].

Μέχρι στιγμής, στο πλαίσιο της συνταγματικής απορρύθμισης που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο συνταγματικό πλουραλισμό σε περιφερειακό και σε παγκόσμιο επίπεδο[10], η ενίσχυση του κοινωνιακού συνταγματισμού, που υποστηρίζει και υποστηρίζεται από τον εν λόγω πλουραλισμό[11], ευνοεί την επανεμφάνιση χαρακτηριστικών που προϋπήρχαν του σύγχρονου Κράτους και είναι ξένα προς το φιλελεύθερο και κοινωνικό Κράτος Δικαίου που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του νεωτερικού συνταγματισμού. Πρόκειται για τα χαρακτηριστικά της φεουδαρχίας: την εξασθένιση και τον κατακερματισμό της κρατικής εξουσίας σε συνδυασμό με την επικράτηση της αντίληψης ότι η κυριαρχία διαμοιράζεται και μεταβιβάζεται, τον συμφυρμό απρόσωπων και δημόσιων σχέσεων με σχέσεις προσωπικές και ιδιωτικές που προωθεί την ιδιωτική διαχείριση των δημοσίων εξουσιών και την υποχώρηση των δημοσίων κανόνων υπέρ των ιδιωτικών σχέσεων, τη σύγχυση και τις διαρκείς συγκρούσεις μεταξύ των ασκούντων εξουσία, καθώς επίσης την έλλειψη τάξης και την αυξημένη ανασφάλεια. Συναφώς, ο μετανεωτερικός συνταγματισμός, αντί, κατά το καντιανό ιδεώδες, να προάγει μια παγκόσμια, κοσμοπολίτικη τάξη, φαίνεται να ακολουθεί μάλλον την κατεύθυνση ενός φεουδαρχικού συνταγματισμού[12].

Ο ψηφιακός συνταγματισμός που προωθεί το ΟΒ μοιάζει να σηματοδοτεί ένα νέο στάδιο στη διαλεκτική εξέλιξη του μετανεωτερικού συνταγματισμού. Εκμεταλλευόμενος τη μόνη άφθαρτη πτυχή του αφηγήματος της παγκοσμιοποίησης, την πλανητική κοινότητα των ατόμων που σερφάρουν στο διαδίκτυο μετέχοντας σε πολλαπλούς κοινωνικούς χώρους και πολιτικές οντότητες[13], αναπροσανατολίζει τον κοινωνιακό συνταγματισμό σε ένα κρίσιμο, παγκόσμιο ιδεώδες: τη θέσπιση ενός αποτελεσματικού στην πράξη συστήματος οικουμενικής προστασίας του πλέον σημαντικού πολιτικά ατομικού δικαιώματος, της ελευθερίας της έκφρασης. Είναι πολύ νωρίς να προδικάσουμε τις νίκες ή τις ήττες που θα σημειώσει στον διάλογο και στις συγκρούσεις του τόσο με τα διάφορα κράτη και τους διακρατικούς οργανισμούς όσο και με άλλα ανταγωνιστικά μορφώματα κοινωνιακού συνταγματισμού. Προς το παρόν, αρκεί να επισημάνουμε τον κίνδυνο της γοητείας του.

[1] https://oversightboard.com.

[2] Βλ. European Commission, « The Digital Services Act package » [https://ec.europa.eu/digital-single-market/en/digital-services-act-package].

[3] Βλ. K. Klonick, « Inside the Making of Facebook’s Supreme Court », The New Yorker, 12.2.2021 [https://www.newyorker.com/tech/annals-of-technology/inside-the-making-of-facebooks-supreme-court].

[4] «Ανακοινώθηκαν τα πρώτα μέλη του “Ανώτατου Δικαστηρίου” του Facebook», H Nαυτεμπορική, 7.5.2020 [https://www.naftemporiki.gr/story/1596820/anakoinothikan-ta-prota-meli-tou-anotatou-dikastiriou-tou-facebook].

[5] Σχετικά με τον κοινωνιακό συνταγματισμό (societal constitutionalism), βλ., αντί άλλων, D. Sciulli, « Foundations of Societal Constitutionalism: Principles from the Concepts of Communicative Action and Procedural Legality », British Journal of Sociology, n° 39, 1988, σελ. 377 επ., του ιδίου, Theory of Societal Constitutionalism: Foundations of a Non-Marxist Critical Theory, Cambridge: Cambridge University Press, 1992, του ιδίου, Corporate Power in Civil Society. An Application of Societal Constitutionalism, New York: New York University Press, 2001, G. Teubner, Fragments constitutionnels. Le constitutionnalisme sociétal à l’ère de la globalisation, traduction et préface d’I. Aubert, Classiques Garnier, 2016, του ιδίου, « Constitutionnalisme sociétal : Neuf variations sur un thème de David Sciulli », Jus Politicum, n° 19 [http://juspoliticum.com/article/Constitutionnalisme-societal-Neuf-variations-sur-un-theme-de-David-Sciulli-1203.html], J. De Munck, « Le défi du constitutionnalisme sociétal », σε P. d’Argent, M. Verdussen, D. Renders, Les visages de l’Etat. Liber amicorum Yves Lejeune, Bruylant : Bruxelles, 2017, σελ. 293 επ.. Βλ. και G. Teubner, Πολυσυγκειμενικό Δίκαιο: Το Συνταγματικό Δίκαιο της Κοινωνίας των Πολιτών, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2005.

[6] Συναφώς, στο ΟΒ εκκρεμεί πλέον και η υπόθεση της αναστολής του λογαριασμού του πρώην Προέδρου των ΗΠΑ D. Trump. Βλ., αντί άλλων, « Après la fermeture du compte de Donald Trump, Facebook et son “Conseil de surveillance” en quête de légitimité », Le Journal du Dimanche, 24.2.2021 [https://www.lejdd.fr/International/apres-la-fermeture-du-compte-de-donald-trump-facebook-et-son-conseil-de-surveillance-en-quete-de-legitimite-4027385].

[7] Βλ. L. Gradoni, « Constitutional Review via Facebook’s Oversight Board: How platform governance had its Marbury v Madison », VerfBlog, 10.2.2021 [https://verfassungsblog.de/fob-marbury-v-madison/].

[8] Βλ. Ο. Pollicino, G. De Gregorio, « Shedding Light on the Darkness of Content Moderation: The First Decisions of the Facebook Oversight Board », VerfBlog, 5.2.2021 [https://verfassungsblog.de/fob-constitutionalism/]. Βλ. και J. Montero Regules, « The Facebook Oversight Board and ‘Context’: Analyzing the first decisions on hate speech », VerfBlog, 16.2.2021 [https://verfassungsblog.de/fob-context/].

[9] Βλ. C. Yannakopoulos, La déréglementation constitutionnelle en Europe, Sakkoulas Publications, Athènes-Salonique, 2019, αρ. 179.

[10] Idem, passim.

[11] Βλ. R. Michaels, « Global Legal Pluralism », Annual Review of Law & Social Science, vol. 5 (2009), σελ. 243 επ. [https://core.ac.uk/download/pdf/62563409.pdf].

[12] Βλ. C. Yannakopoulos, La déréglementation constitutionnelle en Europe, ό.π., αρ. 180.

[13] Idem, αρ. 175.

 

Το «Ανώτατο Δικαστήριο» του Facebook και η κρυφή γοητεία του ιδιωτικού ψηφιακού συνταγματισμού

« Καθώς η κοινότητά της αυξήθηκε σε περισσότερα από δύο δισεκατομμύρια άτομα, έγινε όλο και πιο ξεκάθαρο για την εταιρία Facebook ότι δεν θα έπρεπε να λαμβάνει από μόνη της τόσες πολλές αποφάσεις σχετικά με την έκφραση και την ασφάλεια στο διαδίκτυο. Το Oversight Board δημιουργήθηκε για να βοηθήσει το Facebook να απαντήσει σε μερικές από τις πιο δύσκολες ερωτήσεις σχετικά με την ελευθερία της έκφρασης στο διαδίκτυο: τι πρέπει να καταργήσει, τι να αφήσει και γιατί. Το συμβούλιο χρησιμοποιεί την ανεξάρτητη κρίση του για να υποστηρίξει το δικαίωμα των ανθρώπων στην ελεύθερη έκφραση και να διασφαλίσει ότι τα δικαιώματα αυτά γίνονται σεβαστά επαρκώς. Οι αποφάσεις του συμβουλίου για τη διατήρηση ή την ανατροπή των αποφάσεων περιεχομένου του Facebook θα είναι δεσμευτικές, πράγμα που σημαίνει ότι το Facebook θα πρέπει να τις εφαρμόσει, εκτός αν κάτι τέτοιο θα μπορούσε να παραβιάσει το νόμο ». Mε το κείμενο αυτό υποδέχεται τους αναγνώστες της η ιστοσελίδα του Oversight Board (ΟΒ)[1], του εποπτικού συμβουλίου που ήδη αποκαλείται «Ανώτατο Δικαστήριο» του Facebook.

Το ΟΒ συγκροτήθηκε στο πλαίσιο μιας πολιτικής αυτορρύθμισης του Facebook, το οποίο έχει επανειλημμένα δεχτεί επικρίσεις πάνω σε θέματα διαχείρισης περιεχομένου και βλέπει τα εθνικά κράτη και τους διακρατικούς οργανισμούς να εξοπλίζονται με νέα θεσμικά μέσα ελέγχου του, όπως είναι η Digital Services Act και η Digital Market Act που δρομολογεί η Ευρωπαϊκή Ένωση[2]. Μετά από μια μακρά διαδικασία[3], το ΟΒ απέκτησε τα πρώτα 20 μέλη του, στα οποία περιλαμβάνονται μία πρώην Πρωθυπουργός, μία κάτοχος Νόμπελ Ειρήνης, συνταγματολόγοι και ειδικοί σε θέματα δικαιωμάτων που έχουν ζήσει σε 27 χώρες και μιλούν τουλάχιστον 29 γλώσσες, καίτοι το ένα τέταρτο αυτών των μελών προέρχεται από τις ΗΠΑ[4].

Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το ΟΒ αποτελεί μια αξιοσημείωτη θεσμική αντίδραση ενός κρίσιμου διαχειριστή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (social media), τα οποία, εν μέσω πανδημίας, άλλοτε εκθειάζονται ως η « Γη της Επαγγελίας » για την ανθρωπότητα, άλλοτε δαιμονοποιούνται ως επικίνδυνη πηγή ψεύτικων ειδήσεων (fake news) και, πάντως, έχουν αποκτήσει ανησυχητικά μεγάλη δύναμη. Σε κάθε περίπτωση, στα μάτια των θεωρητικών του δικαίου, το OB εμφανίζεται ως το πιο εντυπωσιακό ιδιωτικό εποικοδόμημα της παγκοσμιοποίησης, η κοσμοπολίτικη σύλληψη του οποίου προβάλλει ως ανταγωνιστική της αίγλης των εθνικών συνταγματικών δικαστηρίων και των υπερεθνικών δικαιοδοτικών οργάνων που εγγυώνται παραδοσιακά τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Οι πρώτες αποφάσεις του ΟΒ, που δημοσιεύθηκαν στις 28 Ιανουαρίου 2021, προκάλεσαν, μάλιστα, ένα είδος κρυφού ενθουσιασμού σε όσους, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, αναζητούν νέες πηγές συνταγματικού δικαίου, πέρα από τα Κράτη, σε ιδιωτικές οντότητες. Στις εν λόγω αποφάσεις, που φαίνεται να απηχούν στον υπερθετικό βαθμό το φαντασιακό αυτού του κοινωνιακού συνταγματισμού (societal constitutionalism)[5], εντοπίστηκε ένα φαινόμενο ανάλογο με εκείνο της θέσμισης του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από το Supreme Court των ΗΠΑ. Ενώ η περιορισμένη, καταρχήν, αρμοδιότητα που χορηγήθηκε στο ΟΒ, αναφορικά με αμφισβητούμενες διαγραφές μεμονωμένων δημοσιεύσεων ή σχολίων[6], ήταν να εφαρμόζει αλλά να μην αμφισβητεί τους κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης του Facebook (lex Facebook), κατά την άσκηση αυτής της αρμοδιότητάς του το ΟΒ φαίνεται να επικαλείται τα ανθρώπινα δικαιώματα όχι μόνο ως συμπλήρωμα της lex Facebook, αλλά ως θεμελιώδεις αξίες ελέγχου της. Από λειτουργική άποψη, λοιπόν, το ΟΒ δίνει εξαρχής την εντύπωση ότι θέλει να εξελιχθεί πράγματι σε ένα είδος ανώτατου δικαστηρίου που προάγει τον έλεγχο « συνταγματικότητας » και, συνακόλουθα, τη « συνταγματοποίηση » της lex Facebook[7].

Ωστόσο, ο ενθουσιασμός συνδυάστηκε με έναν εξίσου έντονο σκεπτικισμό. Επισημάνθηκε ήδη ότι το ΟΒ, καίτοι μπορεί να αυξήσει τη διαφάνεια, κάνοντας το Facebook πιο υπεύθυνο για τις επιλογές του, αποτελεί έναν ιδιωτικό θεσμό, του οποίου η νομιμοποίηση και οι πόροι εξαρτώνται από τον ιδιώτη ιδρυτή του. Ο θεσμός αυτός προωθεί μια μορφή ιδιωτικής απονομής δικαιοσύνης επί ζητημάτων διαδικτυακού περιεχομένου, η οποία περιθωριοποιεί και υβριδοποιεί τις συνταγματικές αξίες και τις δημοκρατικές εγγυήσεις. Η λογική του OB, ενώ φαίνεται να βασίζεται στο διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, δεν παύει να επηρεάζεται αναπόφευκτα από τα ιδιωτικά πρότυπα που ορίζονται στις οδηγίες του Facebook. Συναφώς, το ΟΒ, από την αρμοδιότητα του οποίου εκφεύγουν ακόμη τα περισσότερα από τα σημαντικά ζητήματα της διακυβέρνησης της οικείας διαδικτυακής πλατφόρμας, θα μπορούσε να γοητεύσει και να καθησυχάσει τους δημόσιους φορείς για τις αρετές της αυτορρύθμισης, ενώ συγχρόνως θα διαβρώνει τις δικαιοδοτικές αξίες και θα εδραιώνει τομείς εξουσίας που διαφεύγουν της δημοκρατικής εποπτείας[8]. Ο παραπάνω σκεπτικισμός είναι σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένος, καθώς ο ιδιωτικός ψηφιακός συνταγματισμός που προωθεί το ΟΒ, ως αποθέωση του κοινωνιακού συνταγματισμού, ενέχει μια σειρά από κινδύνους, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει πράγματι ο κίνδυνος της ιδιαίτερης γοητείας που, όπως ανέδειξε ο Luis Buñuel, ασκεί στους ανθρώπους η διακριτική και ευπρεπής καταστρατήγηση των θεμελιωδών κανόνων και αξιών.

Γενικά, ο κοινωνιακός συνταγματισμός, ο οποίος θεμελιώνεται στην αποδόμηση του εθνικού Κράτους και στη μειωμένη αποτελεσματικότητα των υπερεθνικών οργανισμών, προάγει μια απλουστευτική σύλληψη του συνταγματισμού και μια ιδιωτικοποίηση των συνταγματικών προτύπων. Προσδίδει στην έννοια του « συντάγματος » μια σημασία κυρίως λειτουργική, στερούμενη των θεσμικών και ιστορικών συμφραζομένων της, έτσι ώστε κάθε συλλογικότητα του κοινωνικού χώρου να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο « συνταγματοποίησης » (ubi societas, ibi constitutio). Ταυτίζει δε τον συνταγματισμό όχι με το σύνολο της κοινωνίας, αλλά με διακριτούς επιμέρους κοινωνικούς τομείς που γίνονται αντικείμενο ενός αυτόνομου τομεακού συντάγματος (π.χ. lex mercatoria, lex sportiva, πολυεθνικές επιχειρήσεις, διεθνή ιδιωτικά πανεπιστήμια κ.λπ.), γεγονός που ανατρέπει το παραδοσιακό πρότυπο του Συντάγματος που διέπει το σύνολο μιας πολιτικής κοινότητας και δεν υπόκειται στην αρχή της ειδικότητας. Με τον τρόπο αυτόν, ο κοινωνιακός συνταγματισμός νομιμοποιεί την απολιτικοποίηση της τμηματικής απαλλοτρίωσης της κυριαρχίας από ιδιωτικούς, μη κρατικούς και μη διακρατικούς φορείς. Τούτο κατακερματίζει τον συνταγματισμό σε ανταγωνιστικά υποσυστήματα οργάνωσης δημόσιας ή ιδιωτικής εξουσίας. Ωθεί δε τους πολίτες να αναζητούν, ως άτομα πλέον, βοήθεια από κάθε λογής ιδιωτικά υποκατάστατα των κρατικών θεσμών, τα οποία έτσι ενισχύονται και αμφισβητούν περαιτέρω τόσο τα εθνικά κράτη όσο και τους διακρατικούς οργανισμούς[9].

Μέχρι στιγμής, στο πλαίσιο της συνταγματικής απορρύθμισης που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο συνταγματικό πλουραλισμό σε περιφερειακό και σε παγκόσμιο επίπεδο[10], η ενίσχυση του κοινωνιακού συνταγματισμού, που υποστηρίζει και υποστηρίζεται από τον εν λόγω πλουραλισμό[11], ευνοεί την επανεμφάνιση χαρακτηριστικών που προϋπήρχαν του σύγχρονου Κράτους και είναι ξένα προς το φιλελεύθερο και κοινωνικό Κράτος Δικαίου που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του νεωτερικού συνταγματισμού. Πρόκειται για τα χαρακτηριστικά της φεουδαρχίας: την εξασθένιση και τον κατακερματισμό της κρατικής εξουσίας σε συνδυασμό με την επικράτηση της αντίληψης ότι η κυριαρχία διαμοιράζεται και μεταβιβάζεται, τον συμφυρμό απρόσωπων και δημόσιων σχέσεων με σχέσεις προσωπικές και ιδιωτικές που προωθεί την ιδιωτική διαχείριση των δημοσίων εξουσιών και την υποχώρηση των δημοσίων κανόνων υπέρ των ιδιωτικών σχέσεων, τη σύγχυση και τις διαρκείς συγκρούσεις μεταξύ των ασκούντων εξουσία, καθώς επίσης την έλλειψη τάξης και την αυξημένη ανασφάλεια. Συναφώς, ο μετανεωτερικός συνταγματισμός, αντί, κατά το καντιανό ιδεώδες, να προάγει μια παγκόσμια, κοσμοπολίτικη τάξη, φαίνεται να ακολουθεί μάλλον την κατεύθυνση ενός φεουδαρχικού συνταγματισμού[12].

Ο ψηφιακός συνταγματισμός που προωθεί το ΟΒ μοιάζει να σηματοδοτεί ένα νέο στάδιο στη διαλεκτική εξέλιξη του μετανεωτερικού συνταγματισμού. Εκμεταλλευόμενος τη μόνη άφθαρτη πτυχή του αφηγήματος της παγκοσμιοποίησης, την πλανητική κοινότητα των ατόμων που σερφάρουν στο διαδίκτυο μετέχοντας σε πολλαπλούς κοινωνικούς χώρους και πολιτικές οντότητες[13], αναπροσανατολίζει τον κοινωνιακό συνταγματισμό σε ένα κρίσιμο, παγκόσμιο ιδεώδες: τη θέσπιση ενός αποτελεσματικού στην πράξη συστήματος οικουμενικής προστασίας του πλέον σημαντικού πολιτικά ατομικού δικαιώματος, της ελευθερίας της έκφρασης. Είναι πολύ νωρίς να προδικάσουμε τις νίκες ή τις ήττες που θα σημειώσει στον διάλογο και στις συγκρούσεις του τόσο με τα διάφορα κράτη και τους διακρατικούς οργανισμούς όσο και με άλλα ανταγωνιστικά μορφώματα κοινωνιακού συνταγματισμού. Προς το παρόν, αρκεί να επισημάνουμε τον κίνδυνο της γοητείας του.

[1] https://oversightboard.com.

[2] Βλ. European Commission, « The Digital Services Act package » [https://ec.europa.eu/digital-single-market/en/digital-services-act-package].

[3] Βλ. K. Klonick, « Inside the Making of Facebook’s Supreme Court », The New Yorker, 12.2.2021 [https://www.newyorker.com/tech/annals-of-technology/inside-the-making-of-facebooks-supreme-court].

[4] «Ανακοινώθηκαν τα πρώτα μέλη του “Ανώτατου Δικαστηρίου” του Facebook», H Nαυτεμπορική, 7.5.2020 [https://www.naftemporiki.gr/story/1596820/anakoinothikan-ta-prota-meli-tou-anotatou-dikastiriou-tou-facebook].

[5] Σχετικά με τον κοινωνιακό συνταγματισμό (societal constitutionalism), βλ., αντί άλλων, D. Sciulli, « Foundations of Societal Constitutionalism: Principles from the Concepts of Communicative Action and Procedural Legality », British Journal of Sociology, n° 39, 1988, σελ. 377 επ., του ιδίου, Theory of Societal Constitutionalism: Foundations of a Non-Marxist Critical Theory, Cambridge: Cambridge University Press, 1992, του ιδίου, Corporate Power in Civil Society. An Application of Societal Constitutionalism, New York: New York University Press, 2001, G. Teubner, Fragments constitutionnels. Le constitutionnalisme sociétal à l’ère de la globalisation, traduction et préface d’I. Aubert, Classiques Garnier, 2016, του ιδίου, « Constitutionnalisme sociétal : Neuf variations sur un thème de David Sciulli », Jus Politicum, n° 19 [http://juspoliticum.com/article/Constitutionnalisme-societal-Neuf-variations-sur-un-theme-de-David-Sciulli-1203.html], J. De Munck, « Le défi du constitutionnalisme sociétal », σε P. d’Argent, M. Verdussen, D. Renders, Les visages de l’Etat. Liber amicorum Yves Lejeune, Bruylant : Bruxelles, 2017, σελ. 293 επ.. Βλ. και G. Teubner, Πολυσυγκειμενικό Δίκαιο: Το Συνταγματικό Δίκαιο της Κοινωνίας των Πολιτών, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2005.

[6] Συναφώς, στο ΟΒ εκκρεμεί πλέον και η υπόθεση της αναστολής του λογαριασμού του πρώην Προέδρου των ΗΠΑ D. Trump. Βλ., αντί άλλων, « Après la fermeture du compte de Donald Trump, Facebook et son “Conseil de surveillance” en quête de légitimité », Le Journal du Dimanche, 24.2.2021 [https://www.lejdd.fr/International/apres-la-fermeture-du-compte-de-donald-trump-facebook-et-son-conseil-de-surveillance-en-quete-de-legitimite-4027385].

[7] Βλ. L. Gradoni, « Constitutional Review via Facebook’s Oversight Board: How platform governance had its Marbury v Madison », VerfBlog, 10.2.2021 [https://verfassungsblog.de/fob-marbury-v-madison/].

[8] Βλ. Ο. Pollicino, G. De Gregorio, « Shedding Light on the Darkness of Content Moderation: The First Decisions of the Facebook Oversight Board », VerfBlog, 5.2.2021 [https://verfassungsblog.de/fob-constitutionalism/]. Βλ. και J. Montero Regules, « The Facebook Oversight Board and ‘Context’: Analyzing the first decisions on hate speech », VerfBlog, 16.2.2021 [https://verfassungsblog.de/fob-context/].

[9] Βλ. C. Yannakopoulos, La déréglementation constitutionnelle en Europe, Sakkoulas Publications, Athènes-Salonique, 2019, αρ. 179.

[10] Idem, passim.

[11] Βλ. R. Michaels, « Global Legal Pluralism », Annual Review of Law & Social Science, vol. 5 (2009), σελ. 243 επ. [https://core.ac.uk/download/pdf/62563409.pdf].

[12] Βλ. C. Yannakopoulos, La déréglementation constitutionnelle en Europe, ό.π., αρ. 180.

[13] Idem, αρ. 175.